Allah-Las: 18 χρόνια αναζητώντας την άλλη πλευρά της Καλιφόρνια
Σεπτεμβρίου 09, 2026
Από τέσσερις υπαλλήλους ενός δισκοπωλείου του Los Angeles σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μπάντες της σύγχρονης αμερικανικής ψυχεδέλειας. Οι Allah-Las επιστρέφουν στην Αθήνα έχοντας μόλις κυκλοφορήσει το έκτο άλμπουμ τους, "Sirenas". Δεκαοκτώ χρόνια μετά τη δημιουργία τους, η ιστορία τους αποδεικνύεται τελικά πολύ πιο φαρδιά από το «California sound» με το οποίο ταυτίστηκαν. Και αυτό λέει πολλά.
Υπάρχει, βέβαια, μια εύκολη εκδοχή της ιστορίας των Allah-Las. Αυτή που ξεκινά με τέσσερις τύπους από το Los Angeles, συνεχίζει με κιθάρες τίγκα στο reverb, garage rock, surf, ψυχεδέλεια, μερικούς δίσκους των '60s και καταλήγει, σχεδόν από μόνη της, κάπου σε μια παραλία της Καλιφόρνιας. Ωραία εικόνα...
Για αρκετά χρόνια, αυτή ήταν και η εικόνα που ακολουθούσε την μπάντα. Τόσο απλά. Μόνο που το 2026 οι Allah-Las βρίσκονται πλέον αρκετά μακριά από αυτήν. Κι αν μη τι άλλο, φαίνεται.
Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησαν το "Sirenas", τον έκτο δίσκο τους και ταυτόχρονα τον πρώτο ολοκληρωτικά instrumental της καριέρας τους (κι εδώ, να πω την αλήθεια, αυτό αλλάζει όλο το κάδρο). Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 14 Σεπτεμβρίου, η περιοδεία τους περνά ξανά από την Αθήνα και το Gazarte Ground Stage.
Αν υπάρχει λοιπόν κατάλληλη στιγμή για να κοιτάξει κανείς προς τα πίσω, αυτή είναι τώρα. Γιατί από το Allah-Las του 2012 μέχρι το Sirenas του 2026 μεσολάβησαν έξι άλμπουμ, αμέτρητα ταξίδια, ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο, μια δισκογραφική εταιρεία και, κυρίως, για να μη γελιόμαστε, η σταδιακή προσπάθεια τεσσάρων μουσικών να ξεφύγουν από τον ίδιο τον ήχο που τους έκανε γνωστούς. Δύσκολη δουλειά, αλλά κάπως έτσι γράφονται οι ιστορίες.
Η ιστορία ξεκινά στο Los Angeles, στα τέλη της δεκαετίας του 2000. Κάπου εκεί, οι Miles Michaud, Pedrum Siadatian, Spencer Dunham και Matthew Correia πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα από το Amoeba Music, το τεράστιο ανεξάρτητο δισκοπωλείο που, για χρόνια ήταν από τους βασικούς κόμβους της μουσικής κουλτούρας της πόλης. Πρώτα κολλάνε ως ακροατές και συλλέκτες. Μετά, ως μουσικοί.
Και μην το περάσετε για ένα απλό βιογραφικό trivia. Στην ουσία εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο που λειτούργησαν οι Allah-Las από την αρχή. Οι δίσκοι, δηλαδή, δεν ήταν απλώς οι επιρροές τους. Ήταν το περιβάλλον όπου πήρε σχήμα η μουσική τους αντίληψη. Garage, folk rock, psychedelia, British Invasion, Nuggets, The Kinks, The Beatles, The Who και δεκάδες λιγότερο προφανείς αναφορές περνάνε μέσα από το φίλτρο τεσσάρων ανθρώπων που είχαν μάθει να βλέπουν τη μουσική όχι μόνο ως τραγούδια, αλλά ως ολόκληρη κουλτούρα.
Το 2008 οι Allah-Las σχηματίζονται επίσημα. Δεν τους πήρε και πολύ να καταλάβουν πως «κάτι» δουλεύει μεταξύ τους. Δυο βδομάδες, περίπου. Χρόνια αργότερα θα θυμηθούν ότι μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες από τις πρώτες τους πρόβες είχαν ήδη δεχτεί πρόσκληση να παίξουν σε ένα Halloween party σε αυλή. Το βασικό γνώρισμα ήταν εκεί από τότε: λιγότερη τεχνική επίδειξη, περισσότερο ένστικτο. Κι όμως, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, αυτό δεν άλλαξε.
Το ομώνυμο "Allah-Las" κυκλοφορεί το 2012 από την Innovative Leisure και, εδώ που τα λέμε, κουμπώνει πάνω του όλη η «πρώτη φάση» της μπάντας, σαν να λέμε, εκεί μπαίνουν οι βάσεις. Την παραγωγή την υπογράφει ο Nick Waterhouse και αυτό, όσο κι αν ακούγεται λεπτομέρεια, δίνει στον δίσκο εκείνη την αναλογική αύρα που λίγο μετά θα κολλήσει πάνω τους ως σήμα κατατεθέν (και δεν ξεκολλάει εύκολα). Κι ας πούμε, το "Catamaran", το "Tell Me (What's on Your Mind)", το "Busman's Holiday" και το "Don't You Forget It" δείχνουν μια μπάντα που δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να κρύψει από πού έρχεται. Ακριβώς το αντίθετο.
Οι κιθάρες παραπέμπουν κατευθείαν σε garage και psychedelic rock των '60s, οι μελωδίες τσιμπάνε κάτι από West Coast pop και, συνολικά, το άλμπουμ ακούγεται λες και ξεθάφτηκε από μια εποχή πολύ πιο παλιά από το 2012, όχι «εμπνευσμένο», αλλά σχεδόν σαν να ανήκει εκεί. Κι αυτό λέει πολλά. Αυτό υπήρξε και μεγάλο ατού και παγίδα, μαζί. Ο ήχος τους ήταν άμεσα αναγνωρίσιμος. Μα, μαζί του, ήρθαν και οι ταμπέλες: retro, surf revival, '60s revivalists. Τα χρόνια που ακολούθησαν θα γίνονταν, μεταξύ άλλων μια μακριά προσπάθεια να δείξουν πως η ιστορία τους δεν τελείωνε εκεί.
Δύο χρόνια αργότερα σκάει το "Worship the Sun". Αν το ντεμπούτο είχε συστήσει τον κόσμο των Allah-Las, ο δεύτερος δίσκος τον «κλείδωσε» στη θέση του. Οι σταθερές μένουν πάνω-κάτω ίδιες: jangly κιθάρες, garage rock, folk, ψυχεδέλεια και μια παραγωγή που συνεχίζει να βλέπει την ατέλεια ως γνώρισμα, όχι ως πονοκέφαλο. Στο "Worship the Sun" βρίσκουν την ταυτότητά τους. Οι Allah-Las έχουν πια έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο και, το ακόμη πιο ουσιαστικό, ένα κοινό που ξέρει ακριβώς τι περιμένει από αυτούς.
Το 2016 οι Allah-Las μετακινούνται στη Mexican Summer και παρουσιάζουν το "Calico Review". Αυτή δεν είναι άλλη μία κυκλοφορία αλλά μια ουσιαστική καμπή στην καριέρα τους. Ο δίσκος ηχογραφείται στο Valentine Recording Studios του Los Angeles, σε έναν χώρο με αναλογικό εξοπλισμό και μια αισθητική που είχε μείνει σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτη επί δεκαετίες. Η ψυχεδέλεια τους σκοτεινιάζει, οι ενορχηστρώσεις τους γίνονται πιο διερευνητικές και η μπάντα αρχίζει να αντιμετωπίζει το ίδιο το studio ως εργαλείο σύνθεσης, όχι απλώς ως χώρο ηχογράφησης. Ήταν η περίοδος που άρχισαν να πειραματίζονται πιο συνειδητά με το τι, στην τελική, μπορεί να είναι ένας δίσκος των Allah- Las. Ήταν επίσης η φάση που η σχέση τους με τον χαρακτηρισμό «αναβίωση των '60s» άρχισε να γίνεται εμφανώς πιο περίπλοκη. Και, ναι, αυτό δεν λύνεται εύκολα.
Το τέταρτο άλμπουμ τους, το "LAHS", κυκλοφορεί το 2019. Εδώ οι Allah-Las αρχίζουν να ακούγονται λιγότερο σαν μπάντα που κοιτάζει μόνο, και αποκλειστικά, προς την Καλιφόρνια. Οι επιρροές γίνονται πιο διεθνείς, χωρίς να κάνουν στην άκρη τα βασικά συστατικά που τους χαρακτηρίζουν. Και ύστερα σταματούν. Η παύση που άλλαξε τον τρόπο λειτουργίας τους. Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, οι Allah-Las δούλευαν με έναν αρκετά συγκεκριμένο κύκλο: δίσκος, περιοδεία, επιστροφή, νέος δίσκος. Η πανδημία και η αναγκαστική αποχή από τις περιοδείες δίνουν στα τέσσερα μέλη κάτι που ως τότε σπάνια είχαν: χρόνο μακριά από την μπάντα. Όταν ξανασυναντιούνται, αποφασίζουν να αλλάξουν και τον τρόπο που γράφουν, όχι μόνο το «τι» γράφουν. Αντί να μπουν στο studio με μια σειρά έτοιμων, ολοκληρωμένων τραγουδιών, φτάνουν με riffs, αποσπάσματα και ιδέες, κάτι μισοδουλεμένο εδώ, μια σπίθα εκεί, και βλέποντας και κάνοντας.
Το αποτέλεσμα είναι το "Zuma 85" που κυκλοφορεί το 2023 και, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είναι ίσως ο σημαντικότερος δίσκος για να καταλάβει κανείς πού κατευθύνονται οι Allah–Las. Ηχογραφημένο σε τρεις περιόδους στο Panoramic House του Stinson Beach, με συμπαραγωγό τον Jeremy Harris, το Zuma 85 ανοίγει τον ήχο τους προς κατευθύνσεις που κάποτε θα έμοιαζαν απίθανες. Kosmische. Progressive rock. Art rock. Πρώιμος Brian Eno και Roxy Music. Lou Reed και John Cale. Peter Ivers. Ιαπωνική pop. Ηλεκτρονικοί ήχοι. Το "Zuma 85" δεν διαγράφει το παρελθόν, σπάει όμως τη φόρμα που είχε δημιουργηθεί γύρω του και χωρίς αυτόν τον δίσκο δύσκολα θα υπήρχε το "Sirenas".
Στις 28 Αυγούστου 2026 οι Allah–Las κυκλοφορούν το Sirenas. Έξι άλμπουμ μετά την αρχή, κάνουν κάτι που δεν είχαν επιχειρήσει ποτέ σε ολοκληρωμένο δίσκο: αφαιρούν εντελώς τη φωνή. Το "Sirenas" είναι instrumental. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη μιας μπάντας που για χρόνια κρινόταν κυρίως από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ήχου της.
Οι ίδιοι περιγράφουν τον δίσκο ως αποτέλεσμα περισσότερο αυθόρμητης δημιουργίας, ελεύθερου πειραματισμού και διαισθητικής επικοινωνίας μεταξύ των τεσσάρων μελών. Ηχογραφήθηκε στο Pumphouse στην Topanga της Καλιφόρνιας, με παραγωγή από τους ίδιους και τον Miles Michaud να αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ηχοληψίας και τη μίξη. Οι αναφορές αυτή τη φορά είναι αποκαλυπτικές. The Durutti Column. Popol Vuh και οι μουσικές τους για τις ταινίες του Werner Herzog. I.A.O. Είναι δύσκολο να βρεθεί εδώ το στερεότυπο της «surf revival» μπάντας του 2012.
Η Αθήνα δεν αποτελεί καινούργιο προορισμό για τους Allah–Las. Η σχέση τους με το ελληνικό κοινό έχει ήδη χτιστεί μέσα από προηγούμενες επισκέψεις. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 επιστρέφουν, αυτή τη φορά στο Gazarte Ground Stage, με τους Noda & The Pappas να ανοίγουν τη βραδιά. Η συναυλία βρίσκει τους Allah–Las σε μια ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα στιγμή της πορείας τους. Όχι σε κάποια περιοδεία αναδρομής και όχι ως μια μπάντα που ζει από τα τραγούδια του πρώτου της δίσκου. Φτάνουν στην Αθήνα μόλις λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία ενός άλμπουμ που δοκιμάζει ξανά τα όρια του τι μπορεί να σημαίνει το όνομα Allah–Las.




0 Comments